Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

ΦΡΟΝΙΜΟΙ & ΔΙΚΑΙΟΙ, ΚΑΤΑ ΣΩΚΡΑΤΗ ["Αλκιβιάδης Β", 150.b, 140.e, 147.d]

"δεν είναι άλλοι παρά όσοι γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν και τι να λένε έναντι των θεών και έναντι των ανθρώπων", ενώ "όσοι δεν γνωρίζουν ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι οι άφρονες", για αυτό "για τους πολλούς ωφέλιμο είναι να μη γνωρίζουν τίποτα και να μην πιστεύουν ότι γνωρίζουν, εφόσον θα προθυμοποιηθούν περισσότερο να κάνουν όσα ξέρουν ή νομίζουν ότι ξέρουν, και από τις πράξεις τους θα προκληθεί ως επί το πλείστον βλάβη παρά όφελος, συν του ότι θα ξεχάσουν και τον εαυτό τους λέγοντας και κάνοντας όσα δεν πρέπει"
Τι είναι αυτό που έκανε τις ψυχές να λησμονήσουν τον Θεό Πατέρα τους, μολονότι αποτελούν μέρη που κατάγονται από τον δικό του τόπο και που ανήκουν ολωσδιόλου σε εκείνον, να αγνοούν και τον εαυτό τους και εκείνον;; (Πλωτίνος)
Αρχή του κακού για αυτές ήταν «ἡ τόλμα καὶ ἡ γένεσις καὶ ἡ πρώτη ἑτερότης καὶ τὸ βουληθῆναι δὲ ἑαυτῶν εἶναι» (η τόλμη, η γένεση, η πρώτη ετερότητα και η βούληση να ανήκουν στον εαυτό τους). Επειδή, λοιπόν, φάνηκαν να ευχαριστιούνται με την αυτεξουσιότητά τους και έκαναν μεγάλη χρήση της αυτοκίνησής τους, διατρέχοντας την αντίθετη οδό και διανύοντας όσο μεγαλύτερη απόσταση ήταν δυνατόν , αγνόησαν ακόμα και το ότι αυτές προέρχονται από εκεί. Όπως ακριβώς τα παιδιά που, επειδή απομακρύνθηκαν αμέσως από τους γονείς τους και για πολύ καιρό ανατράφηκαν μακριά τους, αγνοούν και ποιος είναι ο εαυτός τους και ποιοι είναι οι γονείς τους. Εφόσον, λοιπόν, δεν βλέπουν πια ούτε τον πατέρα τους ούτε τον εαυτό τους, τον εαυτό τους τον θεωρούν ανυπόληπτο (τον απορρίπτουν), από άγνοια του γένους τους, και (εκ)τιμούν άλλα πράγματα, θαυμάζοντας οτιδήποτε άλλο παρά τον εαυτό τους, οπότε, νιώθοντας έκπληξη και χαρά με αυτά τα πράγματα και εξαρτημένοι από αυτά, διέρρηξαν, όσο αυτό ήταν δυνατόν, τον εαυτό τους, με περιφρόνηση/απόρριψη προς αυτό το οποίο αποστράφηκαν. Συνεπώς, η πλήρης άγνοια τους για εκείνο οφείλεται στο ότι εκτιμούν τα εδώ (αισθητά) και στο ότι περιφρονούν/απορρίπτουν τον εαυτό τους. Εκείνο, δηλ., που θαυμάζει και επιδιώκει κάτι άλλο, την ίδια στιγμή το ίδιο αυτό πράγμα παραδέχεται την κατωτερότητά του. Όταν, λοιπόν, καθιστά τον εαυτό του χειρότερο «γιγνομένων καὶ ἀπολλυμένων ἀτιμότατόν τε καὶ θνητότατον πάντων» πραγμάτων που εκτιμά, δεν θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει στην ψυχή του ούτε την φύση ούτε την δύναμη του Θεού. Πηγή : από την 5η Εννεάδα του Πλωτίνου («Περί των τριών πρώτων υποστάσεων, 5.1.1.1).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αρχειοθήκη ιστολογίου